atypical
a
ei
ty
ˈtɪ
ti
pi
pi
cal
kəl
kēl
untypicalantitypicalgenotypicalphenotypical

Ορισμός και σημασία του "atypical"στα αγγλικά

01

άτυπος, ασυνήθιστος

differing from what is usual, expected, or standard 
atypical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atypical
συγκριτικός βαθμός
more atypical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The atypical design of the building caught everyone's attention. 

Το ατυπικό σχέδιο του κτιρίου τράβηξε την προσοχή όλων.

Λεξικό Δέντρο

atypicality
atypically
atypical
atypic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store