nibble
ni
ˈnɪ
νι
bble
bəl
μπαλ
nybblenobblenimblenubble

Ορισμός και σημασία του "nibble"στα αγγλικά

01

δάγκωμα, μικρό κομμάτι

a small bite of food 
nibble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nibbles
02

απαλό δάγκωμα, ήπιο δάγκωμα

gentle biting 
to nibble
01

ροκανίζω, τσιμπολογώ

to eat small amounts of food often 
Intransitive
to nibble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nibble
γ΄ ενικό πρόσωπο
nibbles
ενεστώτα μετοχή
nibbling
απλός αόριστος
nibbled
παθητική μετοχή
nibbled
Παραδείγματα
She prefers to nibble throughout the day instead of having big meals. 

Προτιμά να ροκανίζει όλη την ημέρα αντί να τρώει μεγάλα γεύματα.

02

ροκανίζω, δαγκώνω ελαφρά

to take small, light bites from something 
Transitive: to nibble food
to nibble definition and meaning
Παραδείγματα
She nibbled the piece of chocolate, savoring each little bite. 

Αυτή δαγκώνει το κομμάτι σοκολάτας, απολαμβάνοντας κάθε μικρή δαγκωνιά.

03

δαγκώνω ελαφρά, ροκανίζω

to gently bite, usually as a sign of affection or when feeling nervous 
Transitive: to nibble a part of body | to nibble on a part of body
to nibble definition and meaning
Παραδείγματα
As they watched the movie, he couldn't resist nibbling on her earlobe. 

Καθώς έβλεπαν την ταινία, δεν μπορούσε να αντισταθεί στο να ροκανίζει τον λοβό του αυτιού της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store