Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attain
01
καταφέρνω, επιτυγχάνω
to succeed in reaching a goal, after hard work
Transitive: to attain a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attain
γ΄ ενικό πρόσωπο
attains
ενεστώτα μετοχή
attaining
απλός αόριστος
attained
παθητική μετοχή
attained
Παραδείγματα
After years of studying, she finally attained her dream of becoming a doctor.
Μετά από χρόνια σπουδών, επιτέλους έφτασε το όνειρό της να γίνει γιατρός.
02
καταφέρνω, φτάνω
to reach, arrive at, or come to a particular place, time, state, or condition
Transitive: to attain a place or state
Παραδείγματα
After hours of hiking, they finally attained the summit of the mountain.
Μετά από ώρες πεζοπορίας, τελικά έφτασαν στην κορυφή του βουνού.
03
φτάνω, καταφέρνω
to reach or achieve a particular age, size, or level
Transitive: to attain a level or amount
Παραδείγματα
The tree finally attained its full height after many years of growth.
Το δέντρο τελικά έφτασε στο πλήρες ύψος του μετά από πολλά χρόνια ανάπτυξης.
Λεξικό Δέντρο
attainable
attained
attainment
attain



























