Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attain
01
καταφέρνω, επιτυγχάνω
to succeed in reaching a goal, after hard work
Transitive: to attain a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attain
γ΄ ενικό πρόσωπο
attains
ενεστώτα μετοχή
attaining
απλός αόριστος
attained
παθητική μετοχή
attained
Παραδείγματα
Through consistent training, the athlete attained a new personal best in the marathon.
Μέσω συνεπούς προπόνησης, ο αθλητής έφτασε σε ένα νέο προσωπικό ρεκόρ στον μαραθώνιο.
02
καταφέρνω, φτάνω
to reach, arrive at, or come to a particular place, time, state, or condition
Transitive: to attain a place or state
Παραδείγματα
After two hours, the boat attained a distance far enough to see the coast disappear.
Μετά από δύο ώρες, το σκάφος έφτασε σε μια απόσταση αρκετά μακριά για να δει την ακτή να εξαφανίζεται.
03
φτάνω, καταφέρνω
to reach or achieve a particular age, size, or level
Transitive: to attain a level or amount
Παραδείγματα
She attained the age of 18 last week and celebrated with a big party.
Έφτασε στην ηλικία των 18 ετών την περασμένη εβδομάδα και γιόρτασε με ένα μεγάλο πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
attainable
attained
attainment
attain



























