atole
a
ə
ē
to
ˈtəʊ
tew
le
leɪ
lei
atoneanole

Ορισμός και σημασία του "atole"στα αγγλικά

01

ατόλε, κουάκερ καλαμποκιού

corn meal that is cooked and eaten as mush or that is drunk as a thin gruel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atoles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store