Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atmospheric
01
ατμοσφαιρικός, σχετικός με την ατμόσφαιρα
having a connection to or originating in the Earth's atmosphere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Atmospheric pollution from factories and vehicles contributes to air quality issues in urban areas.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση από εργοστάσια και οχήματα συμβάλλει σε ζητήματα ποιότητας αέρα σε αστικές περιοχές.
02
ατμοσφαιρικός, περιβάλλοντος
having qualities that create a specific mood or emotional tone
Παραδείγματα
Candlelight made the dinner both intimate and atmospheric.
Το φως των κεριών έκανε το δείπνο τόσο οικείο όσο και ατμοσφαιρικό.
Λεξικό Δέντρο
atmospheric
atmosphere



























