atmospheric
at
ˌæt
āt
mos
məs
mēs
phe
ˈfɛ
fe
ric
rɪk
rik
inaestheticaposiopeticabiogeneticcenogenetic

Ορισμός και σημασία του "atmospheric"στα αγγλικά

atmospheric
01

ατμοσφαιρικός, σχετικός με την ατμόσφαιρα

having a connection to or originating in the Earth's atmosphere 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most atmospheric
συγκριτικός βαθμός
more atmospheric
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Atmospheric conditions can affect weather patterns and climate. 

Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν τα καιρικά μοτίβα και το κλίμα.

02

ατμοσφαιρικός, περιβάλλοντος

having qualities that create a specific mood or emotional tone 
Παραδείγματα
The atmospheric soundscape transported listeners to a serene forest, with bird calls and rustling leaves. 

Το ατμοσφαιρικό ηχητικό τοπίο μετέφερε τους ακροατές σε ένα γαλήνιο δάσος, με κελάηδημα πουλιών και θρόισμα φύλλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store