muddled
mu
ˈmʌ
μα
ddled
dəld
νταλντ
muddied

Ορισμός και σημασία του "muddled"στα αγγλικά

01

μπερδεμένος, ασαφής

lacking clarity or coherence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most muddled
συγκριτικός βαθμός
more muddled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, communication, state
Παραδείγματα
The muddled instructions on the packaging left consumers uncertain about the proper assembly of the furniture. 

Οι μπερδεμένες οδηγίες στη συσκευασία άφησαν τους καταναλωτές αβέβαιους για τη σωστή συναρμολόγηση των επίπλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

muddled
muddle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store