Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
much
Παραδείγματα
He did n't speak much during the meeting.
Δεν μίλησε πολύ κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Παραδείγματα
The new design is much the most efficient.
Ο νέος σχεδιασμός είναι κατά πολύ ο πιο αποτελεσματικός.
1.2
πολύ, αισιόδοξα
used to emphasize the amount or intensity of something
Παραδείγματα
He was much respected by his peers.
Ήταν πολύ σεβαστός από τους συναδέλφους του.
1.3
πολύ, πάρα πολύ
used in rhetorical questions to mock or criticize
Παραδείγματα
You forgot your homework again? Forgetful much?
Ξέχασες πάλι την εργασία σου; Πολύ ξεχασιάρης;
Παραδείγματα
She does n't call me much anymore.
Δεν με καλεί πολύ πια.
2.1
πολύ, πάρα πολύ
for a considerable length of time
Παραδείγματα
They did n't travel much this year.
Δεν ταξίδεψαν πολύ φέτος.
Παραδείγματα
Much the same attitude was expressed by everyone interviewed.
Σχεδόν η ίδια στάση εκφράστηκε από όλους τους συνεντευξιαζόμενους.
much
01
πολύ, ένα σωρό
used to refer to a large degree or amount of a thing
Παραδείγματα
We do n't have much space left in our garden for new plants.
Δεν έχουμε πολύ χώρο που απομένει στον κήπο μας για νέα φυτά.
much
Παραδείγματα
We did n't spend much on the repairs.
Δεν ξοδέψαμε πολλά στις επισκευές.
1.1
όχι πολύ, όχι και τίποτα
used disparagingly to describe someone or something as lacking qualities or value
Παραδείγματα
She 's not much of a singer, but she tries her best.
Δεν είναι πολύ τραγουδίστρια, αλλά προσπαθεί όσο μπορεί.
much
01
πάρα πολύ, υπερβολικός
more than is expected, needed, or acceptable
Παραδείγματα
It 's much to ask someone to work late every night.
Είναι πάρα πολύ να ζητάς από κάποιον να δουλεύει μέχρι αργά κάθε βράδυ.
Λεξικό Δέντρο
overmuch
much



























