Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miserable
Παραδείγματα
She looked miserable after the argument, her face pale and tear-streaked.
Φαινόταν δυστυχισμένη μετά τη διαμάχη, το πρόσωπό της χλωμό και γεμάτο δάκρυα.
02
γκρινιάρης, δύστροπος
(of a person) bad-tempered and grumpy
Παραδείγματα
He was a miserable old man who never smiled or spoke kindly to anyone.
Ήταν ένας δυστυχισμένος γέρος που ποτέ δεν χαμογελούσε ούτε μιλούσε ευγενικά σε κανέναν.
Παραδείγματα
She felt miserable at using the new software, struggling with it.
Αισθάνθηκε άθλια χρησιμοποιώντας το νέο λογισμικό, παλεύοντας με αυτό.
Παραδείγματα
The company 's miserable customer service only made the problem worse.
Η άθλια εξυπηρέτηση πελατών της εταιρείας μόνο χειροτέρευσε το πρόβλημα.
Λεξικό Δέντρο
miserableness
miserably
miserable
miser



























