Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miserable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most miserable
συγκριτικός βαθμός
more miserable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt miserable after failing the exam.
Αισθάνθηκε άθλια μετά την αποτυχία της στις εξετάσεις.
02
γκρινιάρης, δύστροπος
(of a person) bad-tempered and grumpy
Παραδείγματα
She was a miserable coworker, constantly complaining about everything.
Ήταν μια δυστυχισμένη συνάδελφος, που παραπονιόταν συνεχώς για όλα.
Παραδείγματα
He's miserable at solving puzzles, often unable to finish them.
Είναι άθλιος στην επίλυση παζλ, συχνά δεν μπορεί να τα τελειώσει.
Παραδείγματα
His miserable performance at work led to a lack of confidence.
Η άθλια απόδοσή του στη δουλειά οδήγησε σε έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Λεξικό Δέντρο
miserableness
miserably
miserable
miser



























