astounded
as
ˈəs
ēs
toun
taʊn
tawn
ded
dɪd
did
unfoundedunboundedconfoundedsurrounded

Ορισμός και σημασία του "astounded"στα αγγλικά

01

κατάπληκτος, εκπληγμένος

greatly shocked or surprised 
astounded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most astounded
συγκριτικός βαθμός
more astounded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, surprise
Παραδείγματα
She was astounded by the breathtaking view from the mountain peak, unable to believe her eyes. 

Ήταν κατάπληκτη από την εντυπωσιακή θέα από την κορυφή του βουνού, αδυνατώντας να πιστέψει τα μάτια της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

astounded
astound
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store