astonishment
Pronunciation
/əˈstɑnɪʃmənt/

Ορισμός και σημασία του "astonishment"στα αγγλικά

01

κατάπληξη, έκπληξη

a strong feeling of surprise caused by something unexpected
astonishment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The unexpected twist in the novel filled readers with astonishment and wonder.
Η απρόσμενη ανατροπή στο μυθιστόρημα γέμισε τους αναγνώστες με έκπληξη και θαυμασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store