asthmatic
asth
æz
αιζ
ma
ˈmæ
μαι
tic
tɪk
τικ
/æsmˈætɪk/

Ορισμός και σημασία του "asthmatic"στα αγγλικά

01

ασθματικός, άτομο που πάσχει από άσθμα

someone who is suffering from asthma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asthmatics
01

ασθματικός, σχετικός με το άσθμα

related to a condition or sound characterized by audible wheezing or whistling during breathing, typically caused by narrowed airways
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Asthmatic wheezing can be a symptom of an ongoing respiratory issue.
Ο ασθματικός σφύριγμα μπορεί να είναι σύμπτωμα ενός συνεχιζόμενου αναπνευστικού προβλήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store