Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to astonish
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
to impress or surprise someone very much
Transitive: to astonish sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
astonish
γ΄ ενικό πρόσωπο
astonishes
ενεστώτα μετοχή
astonishing
απλός αόριστος
astonished
παθητική μετοχή
astonished
Παραδείγματα
The intricate details of the painting astonished art enthusiasts.
Οι περίπλοκες λεπτομέρειες της ζωγραφικής έκπληξαν τους λάτρες της τέχνης.
Λεξικό Δέντρο
astonished
astonishing
astonishment
astonish



























