Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assured
01
βεβαιωμένος, με αυτοπεποίθηση
displaying confidence in oneself and one's capabilities
Παραδείγματα
The CEO's assured decision-making skills guided the company through turbulent times with resilience.
Οι βεβαιωμένες δεξιότητες λήψης αποφάσεων του CEO καθοδήγησαν την εταιρεία μέσα από ταραχώδεις καιρούς με ανθεκτικότητα.
Παραδείγματα
The company assured delivery within 24 hours.
Η εταιρεία εξασφάλισε την παράδοση εντός 24 ωρών.
Λεξικό Δέντρο
assuredly
assuredness
reassured
assured
assure



























