Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assured
01
βεβαιωμένος, με αυτοπεποίθηση
displaying confidence in oneself and one's capabilities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most assured
συγκριτικός βαθμός
more assured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She spoke with an assured tone, confident in her ability to lead the team to success.
Μίλησε με έναν βέβαιο τόνο, σίγουρη για την ικανότητά της να οδηγήσει την ομάδα στην επιτυχία.
Παραδείγματα
Victory was assured after the team’s strong performance.
Η νίκη ήταν εξασφαλισμένη μετά την ισχυρή απόδοση της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
assuredly
assuredness
reassured
assured
assure



























