asswad
ass
ɑ:s
ασ
wad
wɒd
ουοντ
assweed

Ορισμός και σημασία του "asswad"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a person regarded as stupid, contemptible, or irritating 
asswad definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
asswads
Παραδείγματα
That asswad broke the remote. 

Αυτός ο ηλίθιος έσπασε το τηλεχειριστήριο.

02

πονοκέφαλος, εκνευριστικό πρόσωπο

something that is extremely annoying, frustrating, or difficult to deal with 
asswad definition and meaning
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That old printer is a total asswad. 

Αυτός ο παλιός εκτυπωτής είναι ένας ενοχλητικός ολοκληρωτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store