assuasive
ass
ˈəs
ēs
ua
weɪ
vei
sive
sɪv
siv
pervasiveabrasivepersuasivedissuasive

Ορισμός και σημασία του "assuasive"στα αγγλικά

01

καταπραϋντικός, ηρεμιστικός

having a soothing effect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most assuasive
συγκριτικός βαθμός
more assuasive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
effect, sensation, emotion
Παραδείγματα
The assuasive sound of the rain helped him sleep. 

Ο καταπραϋντικός ήχος της βροχής τον βοήθησε να κοιμηθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store