malfunctioning
mal
mæl
māl
func
ˈfʌnk
fank
tio
ʃə
shē
ning
nɪng
ning
functioning

Ορισμός και σημασία του "malfunctioning"στα αγγλικά

malfunctioning
01

ελαττωματικός, που δεν λειτουργεί σωστά

not working correctly or failing to perform as intended 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malfunctioning
συγκριτικός βαθμός
more malfunctioning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The malfunctioning air conditioner stopped cooling the room. 

Το κατεστραμμένο κλιματιστικό σταμάτησε να κρυώνει το δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store