Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malevolent
01
κακόβουλος, επιβλαβής
having or showing a strong desire to harm others
Παραδείγματα
He had a malevolent grin as he plotted his revenge against those who wronged him.
Είχε ένα κακόβουλο χαμόγελο καθώς σχεδίαζε την εκδίκησή του εναντίον όσων τον είχαν αδικήσει.
02
κακόβουλος, επιβλαβής
having or exerting a harmful or injurious influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malevolent
συγκριτικός βαθμός
more malevolent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The villain 's schemes were malevolent in their impact on the kingdom.
Τα σχέδια του κακού ήταν κακόβουλα στην επίπτωσή τους στο βασίλειο.
Λεξικό Δέντρο
malevolently
malevolent
malevol



























