malevolent
ma
le
ˈlɛ
le
vo
lent
lənt
lēnt
benevolentprevalent

Ορισμός και σημασία του "malevolent"στα αγγλικά

malevolent
01

κακόβουλος, επιβλαβής

having or showing a strong desire to harm others 
malevolent definition and meaning
Παραδείγματα
The malevolent neighbor spread false rumors to damage her reputation. 

Ο κακόβουλος γείτονας διέδωσε ψευδείς φήμες για να βλάψει τη φήμη της.

02

κακόβουλος, επιβλαβής

having or exerting a harmful or injurious influence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malevolent
συγκριτικός βαθμός
more malevolent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The storm had a malevolent effect on the village, destroying crops and homes. 

Η καταιγίδα είχε κακόβουλο αποτέλεσμα στο χωριό, καταστρέφοντας σοδειές και σπίτια.

Λεξικό Δέντρο

malevolently
malevolent
malevol
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store