Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mad
01
θυμωμένος, εκνευρισμένος
feeling very angry or displeased
Παραδείγματα
She was mad at the dishonesty of her colleague.
Ήταν θυμωμένη με την ανεντιμότητα του συναδέλφου της.
02
τρελός, παράφρων
suffering from a severe mental disorder that affects one's thoughts, behaviors, and emotions
Παραδείγματα
He was considered mad by many because of his bizarre actions.
Θεωρήθηκε τρελός από πολλούς λόγω των περίεργων πράξεών του.
03
τρελός, ανόητος
extremely unwise or lacking in sound judgment
Παραδείγματα
She had a mad idea to start a business in an industry she knew nothing about.
Είχε μια τρελή ιδέα να ξεκινήσει μια επιχείρηση σε μια βιομηχανία για την οποία δεν γνώριζε τίποτα.
Παραδείγματα
He 's mad about playing football.
Είναι τρελός για το ποδόσφαιρο.
Παραδείγματα
They had to trap the mad raccoon to prevent it from biting anyone.
Έπρεπε να παγιδεύσουν τον τρελό ρακούν για να το αποτρέψουν από το να δαγκώσει κάποιον.
Παραδείγματα
She has mad talent for design.
Έχει τρελό ταλέντο στο σχεδιασμό.
Λεξικό Δέντρο
madden
madly
madness
mad



























