foolhardy
fool
ˈfu:l
φουλ
har
ˌhɑ:
χα
dy
di
ντι

Ορισμός και σημασία του "foolhardy"στα αγγλικά

01

παράτολμος, απερίσκεπτος

behaving in a way that is unnecessarily risky or very stupid 
foolhardy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foolhardy
συγκριτικός βαθμός
more foolhardy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, risk, judgment
Παραδείγματα
His foolhardy attempt to climb the mountain without proper equipment put his life at risk. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foolhardiness
foolhardy
foolhard
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store