Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foolhardy
01
παράτολμος, απερίσκεπτος
behaving in a way that is unnecessarily risky or very stupid
Παραδείγματα
Taking on such a large loan without a stable income seemed foolhardy to her financial advisor.
Η λήψη τόσο μεγάλου δανείου χωρίς σταθερό εισόδημα φαινόταν παράτολμη στον οικονομικό της σύμβουλο.



























