foolhardy
Pronunciation
/ˈfulˌhɑrdi/

Ορισμός και σημασία του "foolhardy"στα αγγλικά

01

παράτολμος, απερίσκεπτος

behaving in a way that is unnecessarily risky or very stupid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foolhardy
συγκριτικός βαθμός
more foolhardy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Taking on such a large loan without a stable income seemed foolhardy to her financial advisor.
Η λήψη τόσο μεγάλου δανείου χωρίς σταθερό εισόδημα φαινόταν παράτολμη στον οικονομικό της σύμβουλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store