Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foolhardy
01
παράτολμος, απερίσκεπτος
behaving in a way that is unnecessarily risky or very stupid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foolhardy
συγκριτικός βαθμός
more foolhardy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His foolhardy attempt to climb the mountain without proper equipment put his life at risk.
Η απερίσκεπτη προσπάθειά του να ανέβει στο βουνό χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του.
Λεξικό Δέντρο
foolhardiness
foolhardy
foolhard



























