lucrative
Pronunciation
/ˈɫukɹətɪv/

Ορισμός και σημασία του "lucrative"στα αγγλικά

01

κερδοφόρος, επικερδής

capable of producing a lot of profit or earning a great amount of money for someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lucrative
συγκριτικός βαθμός
more lucrative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Writing bestselling novels has proven to be a lucrative profession for some authors.
Το γράψιμο μπεστ σέλερ μυθιστορημάτων έχει αποδειχθεί κερδοφόρο επάγγελμα για μερικούς συγγραφείς.
02

κερδοφόρος, δελεαστικός

(of a target) highly desirable to attack
Παραδείγματα
The radar installation 's fixed location made it a lucrative target for cruise missiles.
Η σταθερή θέση της εγκατάστασης του ραντάρ την έκανε επικερδή στόχο για πυραύλους cruise.

Λεξικό Δέντρο

lucrativeness
lucrative
lucre
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store