lucubration
Pronunciation
/lˌuːkəbɹˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "lucubration"στα αγγλικά

01

επιμονή στη σκέψη, επίπονη μελέτη

laborious cogitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lucubrations
02

μελέτη, επίσημο λογοτεχνικό έργο

a solemn literary work that is the product of laborious cogitation

Λεξικό Δέντρο

lucubration
lucubrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store