Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lucre
01
λάφυρο, χρήματα
a term used to refer to cash or money, often with a nuance of being obtained through profit or earnings
Παραδείγματα
The entrepreneur was eager to see the lucre flow in from the successful product launch.
Ο επιχειρηματίας ήταν ανυπόμονος να δει το κερδός να ρέει από την επιτυχημένη κυκλοφορία του προϊόντος.
02
κέρδος, οικονομικό όφελος
financial gain, especially the surplus of revenues over expenses during a specific period
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company reported substantial lucre in its quarterly earnings.
Η εταιρεία ανέφερε σημαντικό lucre στα τριμηνιαία της κέρδη.
Λεξικό Δέντρο
lucrative
lucre



























