Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moneymaking
01
εξαϋλωση, δημιουργία εσόδων
the act of making money (and accumulating wealth)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
moneymaking
01
κερδοφόρος, επικερδής
profit oriented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moneymaking
συγκριτικός βαθμός
more moneymaking
διαβαθμίσιμο
02
κερδοφόρος, παραγωγικός εσόδων
generating substantial income
Παραδείγματα
Her TikTok channel became a moneymaking machine through brand sponsorships.
Το κανάλι της στο TikTok έγινε μια μηχανή κερδοσκοπίας μέσω της χορηγίας εμπορικών σημάτων.
Λεξικό Δέντρο
moneymaking
moneymak



























