moneymaking
Pronunciation
/ˈməniˌmeɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "moneymaking"στα αγγλικά

01

εξαϋλωση, δημιουργία εσόδων

the act of making money (and accumulating wealth)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
moneymaking
01

κερδοφόρος, επικερδής

profit oriented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moneymaking
συγκριτικός βαθμός
more moneymaking
διαβαθμίσιμο
02

κερδοφόρος, παραγωγικός εσόδων

generating substantial income
Παραδείγματα
Her viral TikTok account became a moneymaking venture, earning $ 10 K monthly from sponsorships.
Ο λογαριασμός της στο TikTok που έγινε viral μετατράπηκε σε μια κερδοφόρα επιχείρηση, κερδίζοντας 10K $ μηνιαίως από χορηγίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store