Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moneymaking
01
εξαϋλωση, δημιουργία εσόδων
the act of making money (and accumulating wealth)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
moneymaking
01
κερδοφόρος, επικερδής
profit oriented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moneymaking
συγκριτικός βαθμός
more moneymaking
διαβαθμίσιμο
02
κερδοφόρος, παραγωγικός εσόδων
generating substantial income
Παραδείγματα
Her viral TikTok account became a moneymaking venture, earning $ 10 K monthly from sponsorships.
Ο λογαριασμός της στο TikTok που έγινε viral μετατράπηκε σε μια κερδοφόρα επιχείρηση, κερδίζοντας 10K $ μηνιαίως από χορηγίες.
Λεξικό Δέντρο
moneymaking
moneymak



























