Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lighten up
01
φωτίζω, ανοίγω
to make a space or environment become brighter and less gloomy, by adding more light sources or using lighter colors and materials
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lighten
ενεστώτας
lighten up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lightens up
ενεστώτα μετοχή
lightening up
απλός αόριστος
lightened up
παθητική μετοχή
lightened up
Παραδείγματα
Lightening up the living room with brighter paint and new lighting fixtures made it feel more inviting and comfortable.
Το φωτίζω το σαλόνι με πιο φωτεινό χρώμα και νέους φωτιστικούς σκελετούς το έκανε να φαίνεται πιο ευπρόσδεκτο και άνετο.
02
φωτίζομαι, γίνομαι πιο φωτεινός
to become brighter and less gloomy
Παραδείγματα
The sun has lightened up the day, chasing away the morning fog.
Ο ήλιος έφωτισε την ημέρα, διώχνοντας την πρωινή ομίχλη.
03
χαλαρώστε, πάρτε τα πράγματα λιγότερο σοβαρά
to relax and take things less seriously
Παραδείγματα
I hope he 'll lighten up a bit during the party tonight.
Ελπίζω να χαλαρώσει λίγο κατά τη διάρκεια του πάρτι απόψε.
04
εξιλαρώνω, χαλαρώνω
to help someone feel more cheerful and less stressed
Παραδείγματα
His playful banter helped to lighten the atmosphere up and make everyone feel more at ease.
Η παιχνιδιάρικη πειράγματά του βοήθησαν να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα και να κάνουν όλους να νιώθουν πιο άνετα.



























