Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lighten up
01
φωτίζω, ανοίγω
to make a space or environment become brighter and less gloomy, by adding more light sources or using lighter colors and materials
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lighten
ενεστώτας
lighten up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lightens up
ενεστώτα μετοχή
lightening up
απλός αόριστος
lightened up
παθητική μετοχή
lightened up
Παραδείγματα
Painting the walls a lighter color will lighten up the room and make it feel more spacious.
Το βάψιμο των τοίχων με ένα πιο ανοιχτό χρώμα θα φωτίσει το δωμάτιο και θα το κάνει να φαίνεται πιο ευρύχωρο.
02
φωτίζομαι, γίνομαι πιο φωτεινός
to become brighter and less gloomy
Παραδείγματα
The sky is lightening up as the sun begins to rise over the horizon.
Ο ουρανός φωτίζεται καθώς ο ήλιος αρχίζει να ανατέλλει πάνω από τον ορίζοντα.
03
χαλαρώστε, πάρτε τα πράγματα λιγότερο σοβαρά
to relax and take things less seriously
Παραδείγματα
Take a deep breath and lighten up – you're worrying too much.
Πάρε μια βαθιά ανάσα και χαλάρωσε – ανησυχείς πάρα πολύ.
04
εξιλαρώνω, χαλαρώνω
to help someone feel more cheerful and less stressed
Παραδείγματα
She cracked a joke to lighten up the mood and ease the tension.
Είπε ένα αστείο για να φωτίσει την ατμόσφαιρα και να ανακουφίσει την ένταση.



























