lighted
ligh
ˈlaɪ
lai
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "lighted"στα αγγλικά

01

ανάμμένος, φωτισμένος

actively illuminated by flames 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lighted
συγκριτικός βαθμός
more lighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lighted candles created a warm ambiance in the room. 

Τα ανάμμενα κεριά δημιούργησαν μια ζεστή ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.

02

φωτισμένος, λαμπρός

characterized by brightness or light 
Παραδείγματα
The lighted room felt welcoming and cheerful. 

Το φωτισμένο δωμάτιο φαινόταν εγκάρδιο και χαρούμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store