lighted
Pronunciation
/ˈɫaɪtəd/, /ˈɫaɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "lighted"στα αγγλικά

01

ανάμμένος, φωτισμένος

actively illuminated by flames
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lighted
συγκριτικός βαθμός
more lighted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lighted fireplace was inviting on the cold winter night.
Το φωτισμένο τζάκι ήταν καλοδεχούμενο τη κρύα χειμωνιάτικη νύχτα.
02

φωτισμένος, λαμπρός

characterized by brightness or light
Παραδείγματα
They strolled through the park, enjoying the lighted paths and vibrant colors.
Περπατούσαν στο πάρκο, απολαμβάνοντας τους φωτισμένους δρόμους και τα ζωηρά χρώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store