lewd
lewd
lju:d
lyood
rudenuderoodmood

Ορισμός και σημασία του "lewd"στα αγγλικά

01

αισχρός, άσεμνος

indecent or offensive, often related to sexual matters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lewdest
συγκριτικός βαθμός
lewder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian's lewd jokes offended many audience members, leading to complaints and controversy. 

Οι αισχροί αστεϊσμοί του κωμικού προσέβαλαν πολλά μέλη του κοινού, οδηγώντας σε καταγγελίες και διαμάχες.

02

λαγνευτικός, αισχρός

driven by lust; preoccupied with or exhibiting lustful desires 

Λεξικό Δέντρο

lewdly
lewdness
lewd
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store