bawdy
baw
ˈbɔ:
baw
dy
di
di
baldybandybawdrybaddy

Ορισμός και σημασία του "bawdy"στα αγγλικά

01

αισχρός, άσεμνος

humorously indecent or risqué, often dealing with topics considered taboo in polite society 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bawdiest
συγκριτικός βαθμός
bawdier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian's bawdy jokes had the audience roaring with laughter, despite their risqué nature. 

Τα αισχρά αστεία του κωμικού έκαναν το κοινό να γελάσει δυνατά, παρά τη θρασύτητά τους.

01

αισχρολογία, ακόλαστη γλώσσα

speech or writing that is playfully vulgar, often with sexual overtones 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The play was full of bawdy that shocked the audience. 

Το έργο ήταν γεμάτο αισχρότητες που σόκαραν το κοινό.

Λεξικό Δέντρο

bawdily
bawdiness
bawdy
bawd
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store