Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bawdy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bawdiest
συγκριτικός βαθμός
bawdier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian's bawdy jokes had the audience roaring with laughter, despite their risqué nature.
Τα αισχρά αστεία του κωμικού έκαναν το κοινό να γελάσει δυνατά, παρά τη θρασύτητά τους.
Bawdy
01
αισχρολογία, ακόλαστη γλώσσα
speech or writing that is playfully vulgar, often with sexual overtones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The play was full of bawdy that shocked the audience.
Το έργο ήταν γεμάτο αισχρότητες που σόκαραν το κοινό.



























