Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bawdy
Παραδείγματα
The play 's bawdy dialogue and suggestive scenes caused a stir among the more conservative members of the audience.
Ο αισχρός διάλογος του έργου και οι υπονοούμενες σκηνές προκάλεσαν αναστάτωση στους πιο συντηρητικούς μέλη του κοινού.
Bawdy
01
αισχρολογία, ακόλαστη γλώσσα
speech or writing that is playfully vulgar, often with sexual overtones
Παραδείγματα
They exchanged bawdy without restraint.
Ανταλλάσσαν αισχρούς λόγους χωρίς περιορισμούς.
Λεξικό Δέντρο
bawdily
bawdiness
bawdy
bawd



























