Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bawl
01
φωνάζω, κραυγάζω
to shout loudly and emotionally, often expressing distress, anger, or frustration
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
bawls
ενεστώτα μετοχή
bawling
απλός αόριστος
bawled
παθητική μετοχή
bawled
Παραδείγματα
He bawled angrily when he found out his brother had broken his video game.
Φώναξε θυμωμένος όταν ανακάλυψε ότι ο αδερφός του είχε σπάσει το βιντεοπαιχνίδι του.
02
κλαίω δυνατά, ολοφύρομαι
to cry in a loud manner with strong emotions or distress
Intransitive
Παραδείγματα
The movie 's emotional scene had the audience bawling in sympathy.
Η συναισθηματική σκηνή της ταινίας έκανε το κοινό να κλαίει με δυνατά λυγμούς από συμπάθεια.
Λεξικό Δέντρο
bawler
bawling
bawl



























