lengthy
Pronunciation
/ˈlɛŋθi/

Ορισμός και σημασία του "lengthy"στα αγγλικά

01

μακρύς, ατελείωτος

continuing for too long
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lengthiest
συγκριτικός βαθμός
lengthier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project 's timeline had to be extended due to a series of lengthy delays in the development phase.
Ο χρονοδιάγραμμα του έργου έπρεπε να επεκταθεί λόγω μιας σειράς μακρών καθυστερήσεων στη φάση ανάπτυξης.
02

μακρύς, φλύαρος

(of a piece of writing, speech, etc.) extended in duration or length, often to the point of being boring
Παραδείγματα
His lengthy email included every possible scenario, making it difficult to follow the main point.
Το μακρύ email του περιελάμβανε κάθε πιθανό σενάριο, κάνοντας δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το κύριο σημείο.

Λεξικό Δέντρο

lengthily
lengthiness
lengthy
length
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store