Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lengthy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lengthiest
συγκριτικός βαθμός
lengthier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting was unnecessarily lengthy, dragging on for hours without reaching any conclusive decisions.
Η συνάντηση ήταν αδικαιολόγητα μακρά, τραβώντας για ώρες χωρίς να καταλήξει σε αποφάσεις.
02
μακρύς, φλύαρος
(of a piece of writing, speech, etc.) extended in duration or length, often to the point of being boring
Παραδείγματα
She submitted a lengthy report that covered every minor detail of the project.
Υπέβαλε μια εκτενή αναφορά που κάλυπτε κάθε μικρή λεπτομέρεια του έργου.
Λεξικό Δέντρο
lengthily
lengthiness
lengthy
length



























