Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lengthy
Παραδείγματα
The project 's timeline had to be extended due to a series of lengthy delays in the development phase.
Ο χρονοδιάγραμμα του έργου έπρεπε να επεκταθεί λόγω μιας σειράς μακρών καθυστερήσεων στη φάση ανάπτυξης.
02
μακρύς, φλύαρος
(of a piece of writing, speech, etc.) extended in duration or length, often to the point of being boring
Παραδείγματα
His lengthy email included every possible scenario, making it difficult to follow the main point.
Το μακρύ email του περιελάμβανε κάθε πιθανό σενάριο, κάνοντας δύσκολο να ακολουθήσει κανείς το κύριο σημείο.
Λεξικό Δέντρο
lengthily
lengthiness
lengthy
length



























