Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lenition
01
λιγνύση, εξασθένηση συμφώνου
a phonological process where a consonant becomes weaker or less prominent in terms of articulation, often resulting in its softening, reduction, or loss of certain features
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lenitions
Λεξικό Δέντρο
lenition
len



























