Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lazily
Παραδείγματα
The student yawned and stared lazily at the assignment.
Ο μαθητής χασμουρήθηκε και κοίταξε τεμπέλικα την εργασία.
1.1
τεμπέλικα, αδιάφορα
in a way that lacks enthusiasm, care, or concern
Παραδείγματα
He lazily agreed without understanding the consequences.
Συμφώνησε τεμπέλικα χωρίς να καταλάβει τις συνέπειες.
02
τεμπέλικα, χαλαρά
in a slow and relaxed manner, unhurried and easy
Παραδείγματα
He sipped his coffee lazily, savoring the quiet.
Έπινε τον καφέ του τεμπέλικα, απολαμβάνοντας την ησυχία.
Λεξικό Δέντρο
lazily
lazy
laze



























