joke
joke
ʤəʊk
jewk
cokesoaktokeyoke

Ορισμός και σημασία του "joke"στα αγγλικά

01

αστείο, πλάκα

something a person says that is intended to make others laugh 
joke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jokes
Παραδείγματα
He told a funny joke that made everyone at the party laugh. 

Είπε ένα αστείο αστείο που έκανε όλους στο πάρτι να γελάσουν.

02

αστείο, φάρσα

a ludicrous or grotesque act done for fun and amusement 
03

αστείο, πλάκα

activity characterized by good humor 
04

αστείο, πλάκα

a triviality not to be taken seriously 
to joke
01

αστειεύομαι, πλάκα κάνω

to say something funny or behave in a way that makes people laugh 
Intransitive
to joke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
joke
γ΄ ενικό πρόσωπο
jokes
ενεστώτα μετοχή
joking
απλός αόριστος
joked
παθητική μετοχή
joked
Παραδείγματα
He joked about the funny incident that happened earlier. 

Αστειεύτηκε για το αστείο περιστατικό που συνέβη νωρίτερα.

02

αστειεύομαι, πειράζω

to tease or mock someone in a playful or humorous manner 
Intransitive
Παραδείγματα
He liked to joke his friends about their mishaps. 

Του άρεσε να πειράζει τους φίλους του για τις αναποδιές τους.

Λεξικό Δέντρο

jokey
joke
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store