Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jokes
Παραδείγματα
He told a funny joke that made everyone at the party laugh.
Είπε ένα αστείο αστείο που έκανε όλους στο πάρτι να γελάσουν.
02
αστείο, φάρσα
a ludicrous or grotesque act done for fun and amusement
03
αστείο, πλάκα
activity characterized by good humor
04
αστείο, πλάκα
a triviality not to be taken seriously
to joke
01
αστειεύομαι, πλάκα κάνω
to say something funny or behave in a way that makes people laugh
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
joke
γ΄ ενικό πρόσωπο
jokes
ενεστώτα μετοχή
joking
απλός αόριστος
joked
παθητική μετοχή
joked
Παραδείγματα
He joked about the funny incident that happened earlier.
Αστειεύτηκε για το αστείο περιστατικό που συνέβη νωρίτερα.
Λεξικό Δέντρο
jokey
joke



























