Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joker
01
τζόκερ, κάρτα τράπουλας
a playing card that has a picture of a jester on one side, used in various card games such as poker
02
γελωτοποιός, ανόητος
a foolish, silly, or unreliable person
Παραδείγματα
The joker showed up an hour late to his own birthday party.
Ο γελωτοποιός εμφανίστηκε με μία ώρα καθυστέρηση στο δικό του πάρτι γενεθλίων.
03
αστείος, γελωτοποιός
a person who enjoys telling or playing jokes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jokers
04
ρήτρα παγίδα, κρυφή διάταξη
an inconspicuous clause in a document or bill that affects its meaning in a way that is not immediately apparent
LanGeek



























