psychedpublicly
από 47
psychedpublicly
psyched[adj]

ενθουσιασμένος,παθιασμένος

psychedelic[adj]

ψυχεδελικός,παραισθησιογόνος

psychedelic art[n]

ψυχεδελική τέχνη,παραισθησιογόνος τέχνη

psychedelic folk[n]

ψυχεδελικό φολκ,ψυ φολκ

psychedelic funk[n]

ψυχεδελικό funk,ψυχεδελική φανκ

psychedelic music[n]

ψυχεδελική μουσική,ψυχεδελικός ήχος

psychedelic pop[n]

ψυχεδελικό ποπ,ποπ ψυχεδελικό

psychedelic rock[n]

ψυχεδελικό ροκ,ψυχεδελική ροκ

psychedelic soul[n]

ψυχεδελική ψυχή,ψυχεδελικό σόουλ

psychedelic trance[n]

ψυχεδελικό trance,psytrance

psychiatric[adj]

ψυχιατρικός,σχετικός με την ψυχιατρική

psychiatric hospital[n]

ψυχιατρικό νοσοκομείο,ψυχιατρική εγκατάσταση

psychiatrist[n]

ψυχίατρος,ιατρός ψυχίατρος

psychiatry[n]

ψυχιατρική

psychic[n][adj]

ένα μέντιουμ,ένας μάντης • ψυχικός,διανοητικός

psychically[adv]

ψυχικά,μέσω ψυχικών μέσων

psychoactive[adj]

ψυχοδραστικός

psychoanalysis[n]

ψυχανάλυση,ψυχαναλυτική θεραπεία

psychoanalyst[n]
psychoanalytic[adj]

ψυχαναλυτικός,σχετικός με την ψυχανάλυση

psycholinguistic[adj]

ψυχογλωσσολογικός,σχετικός με την ψυχογλωσσολογία

psycholinguistics[n]

ψυχογλωσσολογία,μελέτη ψυχογλωσσολογίας

psychological[adj]

ψυχολογικός,διανοητικός

psychological drama[n]

ψυχολογικό δράμα

psychological fiction[n]

ψυχολογική μυθοπλασία,ψυχολογικό μυθιστόρημα

psychological medicine[n]

ψυχολογική ιατρική,ψυχιατρική

psychological moment[n]

ψυχολογική στιγμή,κρίσιμη στιγμή

psychological science[n]

ψυχολογική επιστήμη,ψυχολογία

psychological thriller[n]

ψυχολογικό θρίλερ,ψυχολογικό αγωνία

psychologically[adv]

ψυχολογικά,από ψυχολογική άποψη

psychologist[n]

ψυχολόγος,ειδικός ψυχολογίας

psychology[n]

ψυχολογία

psychopath[n]

ψυχοπαθής,κοινωνιοπαθής

psychopathic[adj]

ψυχοπαθής,ανήθικος

psychopathology[n]

ψυχοπαθολογία

psychopathy[n]

ψυχοπάθεια,ψυχοπαθητική διαταραχή

psychosis[n]

ψύχωση,ψυχωτική κατάσταση

psychosomatic[adj]

ψυχοσωματικός,που προκαλείται από ψυχικούς παράγοντες

psychosomatic disorder[n]

ψυχοσωματική διαταραχή,ψυχοσωματική ασθένεια

psychotherapeutic[adj]

ψυχοθεραπευτικός,σχετικός με την ψυχοθεραπεία

psychotherapeutics[n]

ψυχοθεραπευτική,ψυχολογική θεραπεία

psychotherapist[n]

ψυχοθεραπευτής,θεραπευτής ψυχικής υγείας

psychotherapy[n]

ψυχοθεραπεία

psychotic[adj][n]

ψυχωτικός,αποσυνδεδεμένος από την πραγματικότητα • ψυχωτικός,άτομο που πάσχει από ψύχωση

ptarmigan[n]

πταρμίγκαν,χιονοκότα

pten gene[n]

γονίδιο PTEN,γονίδιο καταστολής όγκου PTEN

pten genetic test[n]

γενετικό τεστ PTEN,γενετική ανάλυση του γονιδίου PTEN

pteropus[n]

πτερόπους,ιπτάμενη αλεπού

pto[n]

Δείτε στην πίσω πλευρά,Γυρίστε τη σελίδα

pub[n]

μπαρ,παμπ

pub crawl[n]

μπαρ τουρ,παμπ κρολ

pub game[n]

παιχνίδι παμπ,παιχνίδι μπαρ

pub quiz[n]

κουίζ παμπ,παιχνίδι γνώσεων σε μπαρ

pub sub[n]

σάντουιτς Publix,σάντουιτς Publix

pube flosser[n]

σεξουαλικός διεστραμμένος,αηδιαστικός άνθρωπος

puberty[n]

εφηβεία,εφηβική ηλικία

pubescent[adj]

εφηβικός,στη φάση της εφηβείας

pubic[adj]

ηβικό,σχετικός με το ηβικό

public[adj][n]

δημόσιος,κοινός • το κοινό,ο λαός

public access[n]

δημόσια πρόσβαση,δημόσια μετάδοση

public address system[n]

σύστημα δημόσιας ενημέρωσης,ηλεκτρονικό σύστημα ενίσχυσης ήχου

public art[n]

δημόσια τέχνη,τέχνη στον δημόσιο χώρο

public convenience[n]

δημόσια τουαλέτα,κοινόχρηστη τουαλέτα

public defender[n]

δημόσιος συνήγορος,δικηγόρος που διορίζεται από το δημόσιο

public education[n]

δημόσια εκπαίδευση,κρατική εκπαίδευση

public event[n]
public eye[n]

μάτι του κοινού,προσοχή του κοινού

public figure[n]
public health[n]
public holiday[n]

δημόσια αργία,εθνική εορτή

public image[n]

δημόσια εικόνα,δημόσια αντίληψη

public lavatory[n]

δημόσια τουαλέτα,κοινόχρηστη τουαλέτα

public library[n]

δημόσια βιβλιοθήκη,κοινωνική βιβλιοθήκη

public money[n]

δημόσιο χρήμα,δημόσια κεφάλαια

public mover[n]

εταιρεία μεταφορών,μεταφορέας

public opinion[n]

δημόσια γνώμη,η γνώμη του κοινού

public presentation[n]

δημόσια παρουσίαση,δημόσια παράσταση

public prosecutor[n]

δημόσιος κατήγορος,εισαγγελέας

public relations[n]

δημόσιες σχέσεις

public relations officer[n]

υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων,διαχειριστής επικοινωνίας

public relations specialist[n]

ειδικός δημοσίων σχέσεων,υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων

public school[n]

δημόσιο σχολείο,κρατικό σχολείο

public sector[n]

δημόσιος τομέας,κρατικός τομέας

public service[n]

δημόσια υπηρεσία,κρατική υπηρεσία

public service announcement[n]

ανακοίνωση δημόσιας υπηρεσίας,μήνυμα δημόσιας ωφέλειας

public service loan forgiveness[n]

Συγχώρεση Δανείου για Δημόσια Υπηρεσία,Διαγραφή Φοιτητικού Δανείου για Δημόσια Υπηρεσία

public space[n]
public spending[n]
public spirit[n]

δημόσιο πνεύμα,αίσθηση του κοινού καλού

public square[n]

δημόσια πλατεία

public toilet[n]

δημόσια τουαλέτα,κοινόχρηστη τουαλέτα

public transport[n]

δημόσια συγκοινωνία

public transportation[n]

δημόσια συγκοινωνία,μέσα μαζικής μεταφοράς

public-private partnership[n]

δημόσια-ιδιωτική συνεργασία,σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα

publication[n]

δημοσίευση

publicist[n]
publicity[n]

δημοσιότητα, προώθηση

publicize[v]

δημοσιοποιώ,κυκλοφορώ

publicized[adj]

δημοσιευμένος,ευρέως γνωστός

publicly[adv]

δημόσια,ανοιχτά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή