psychiatric
psy
ˌsaɪ
sai
chiat
ˈkiæt
kiāt
ric
rɪk
rik
allopatricgeriatricpediatricmatric

Ορισμός και σημασία του "psychiatric"στα αγγλικά

psychiatric
01

ψυχιατρικός, σχετικός με την ψυχιατρική

relating to the study and treatment of mental illness 
psychiatric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, health, science
Παραδείγματα
She sought psychiatric help to manage her anxiety disorder. 

Αναζήτησε ψυχιατρική βοήθεια για να διαχειριστεί τη διαταραχή άγχους της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

psychiatric
psychiatr
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store