publicity
pub
ˈpʌb
παμπ
li
λι
ci
σι
ty
ti
τι
complicitytoxicityelasticityfelicity

Ορισμός και σημασία του "publicity"στα αγγλικά

01

δημοσιότητα, προώθηση

actions or information that are meant to gain the support or attention of the public 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
publicities
Παραδείγματα
The company used social media publicity to promote its new product, generating buzz before the launch. 

Η εταιρεία χρησιμοποίησε δημοσιότητα στα κοινωνικά δίκτυα για να προωθήσει το νέο της προϊόν, δημιουργώντας ενθουσιασμό πριν από την κυκλοφορία.

02

δημόσια προβολή, ορατότητα

the quality of being open to public view 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

publicity
public
publ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store