publicity
Pronunciation
/pəˈbɫɪsəti/, /pəˈbɫɪsɪti/

Ορισμός και σημασία του "publicity"στα αγγλικά

01

δημοσιότητα, προώθηση

actions or information that are meant to gain the support or attention of the public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The movie studio hired a PR firm to increase the film 's publicity through interviews, posters, and trailer releases.
Το κινηματογραφικό στούντιο προσέλαβε μια εταιρεία δημοσίων σχέσεων για να αυξήσει τη δημοσιότητα της ταινίας μέσω συνεντεύξεων, αφισών και κυκλοφοριών τρέιλερ.
02

δημόσια προβολή, ορατότητα

the quality of being open to public view
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store