househulk
από 26
househulk
house[n][v]

σπίτι,κατοικία • φιλοξενώ, στεγάζω

house agent[n]

μεσίτης ακινήτων,πράκτορας ακινήτων

house arrest[n]

κατ' οίκον περιορισμός,κατ' οίκον κράτηση

house call[n]

επισκέψη στο σπίτι,συμβουλευτική στο σπίτι

house cat[n]

κατοικίδια γάτα,σπιτική γάτα

house dance[n]

house dance,χορός house

house guest[n]

επισκέπτης στο σπίτι,καλεσμένος στο σπίτι

house martin[n]

σπιτοχελίδονο,delichon urbicum

house mouse[n]

οικιακός ποντικός,mus musculus

house music[n]

house μουσική,house

house of cards[phrase]
house of commons[n]

Βουλή των Κοινοτήτων,Κάτω Βουλή του Βρετανικού Κοινοβουλίου

house of ill repute[phrase]
house of lords[n]

Βουλή των Λόρδων,άνω βουλή του βρετανικού κοινοβουλίου

house of representatives[n]

Βουλή των Αντιπροσώπων,Βουλή των Αντιπροσώπων

house salad[n]

σαλάτα σπιτική,μικτή σαλάτα

house servant[n]

οικιακός υπηρέτης,υπηρέτης

house sparrow[n]

σπουργίτι,σπιτοσπουργίτης

house swap[n]

ανταλλαγή σπιτιών,ανταλλαγή κατοικιών

house trailer[n]

τροχόσπιτο,κατοικίσιμο ρυμουλκούμενο

house wine[n]

κρασί σπιτιού,τυποποιημένο κρασί

house-proud[adj]

περήφανος για το σπίτι του,προσεκτικός με το σπίτι του

house-trained[adj]

εκπαιδευμένος να κάνει τις ανάγκες του έξω από το σπίτι,συνηθισμένος να χρησιμοποιεί το δοχείο με άμμο

house-warming[n]

πάρτι εγκαινίων σπιτιού,γιορτή νέου σπιτιού

houseboat[n]

πλωτό σπίτι,σκάφος κατοικίας

housebreaker[n]

διαρρήκτης,κλέφτης σπιτιών

housebroken[adj]

εκπαιδευμένος να ουρεί ή αφοδεύει έξω από το σπίτι,εξημερωμένος (για κατοικίδια)

housebuilder[n]

οικοδόμος,επιχειρηματίας κατασκευαστής

housecoat[n]

ρουχόσπιτο,σαλβάρι σπιτιού

housedog[n]

σπιτικό σκυλί,σκυλί συντροφιάς

housefly[n]

σπιτομύγα,κοινή μύγα

houseguest[n]

επισκέπτης στο σπίτι,καλεσμένος στο σπίτι

household[n]

νοικοκυριό,οικογένεια

household appliance[n]

οικιακή συσκευή,συσκευή οικιακής χρήσης

household name[n]

όνομα γνωστό σε όλους,οικείο όνομα

housekeeper[n]

οικονόμος,καθαρίστρια

housekeeping[n]

καθαριότητα,οικιακές εργασίες

housekeeping deal[n]

συμφωνία διαχείρισης,διοικητική σύμβαση

houselights[n]

φώτα αίθουσας,φωτισμός αίθουσας

housemaid[n]

καμαριέρα,οικιακή βοηθός

housemate[n]

συγκάτοικος,συναφιός

houseplant[n]

ενδοκοιμητικό φυτό,φυτό σπιτιού

houses of parliament[n]

τα Σώματα του Κοινοβουλίου,το Βρετανικό Κοινοβούλιο

housewife[n]

οικοκυρά,νοικοκυρά

housework[n]

οικιακές εργασίες,δουλειές του σπιτιού

housing[n]

κατοικία,στέγαση

housing development[n]

αστική ανάπτυξη,αναπτυξιακή περιοχή κατοικιών

housing estate[n]

συγκρότημα κατοικιών,οικιστικό συγκρότημα

housing market[n]

αγορά κατοικιών,αγορά ακινήτων

hov lane[n]

λωρίδα για οχήματα με πολλαπλούς επιβάτες,λωρίδα HOV

hovel[n]

καλύβα,παράγκα

hover[v][n]

αιωρούμαι,πετώ σε σταθερή θέση • πετρόψαρο,ψάρι των βράχων των παράκτιων υδάτων του Ειρηνικού της Βόρειας Αμερικής

hovercraft[n]

χόβερκραφτ,όχημα αεροστρωμνής

how[adv][pron][conj]

πώς,με ποιο τρόπο • πώς,ο τρόπος με τον οποίο • ανεξάρτητα από το πώς,με οποιονδήποτε τρόπο

how about[phrase]
how many[det]

πόσα,πόσες

how much[det]

πόσο,τι ποσότητα

how the land lie[phrase]

πώς έχουν τα πράγματα

how-do-you-do[n]

πώς είσαι,γεια

how-to[adj]

οδηγός πρακτικών,βήμα προς βήμα

how's that?[phrase]
howdy[n]

χαιρετισμός,γεια

however[adv][conj]

ωστόσο,όμως • με οποιονδήποτε τρόπο,όπως κι αν

howitzer[n]

οβίδα,κανονιού υψηλής γωνίας

howl[n][v]

ουρλιαχτό, κραυγή • ουρλιάζω,αλαλάζω

howler[n]

σοβαρό λάθος,χοντρό λάθος

howler monkey[n]

ουρλιάζουσα μαϊμού,μαϊμού howler

howling[n][adj]

ουρλιαχτό,κραυγή • εξαιρετικός,φανταστικός

hpv infection[n]

μόλυνση HPV,μόλυνση από τον ανθρώπινο παπιλλομά ιό

hr[n]

ώρα,ώρα

hr specialist[n]

ειδικός ανθρώπινων πόρων

html[n]

HTML,Γλώσσα σήμανσης υπερκειμένου

http[n]

HTTP,πρωτόκολλο μεταφοράς υπερκειμένου

hub[n]

άξονας,κέντρο του τροχού

hubble constant[n]

σταθερά Hubble,παράμετρος Hubble

hubby[n]

σύζυγος,άντρας

hubcap[n]

καπάκι τροχού,διακοσμητικό κάλυμμα τροχού

hubris[n]

ύβρις,υπερβολική υπερηφάνεια

huckleberry[n]

βάκκινιο,βρώσιμη μπλε-μαύρη μούρα

huckster[n][v]

πωλητής κακής ποιότητας εμπορευμάτων,έμπορος φτηνών ειδών • πωλώ εμπορεύματα με ενοχλητικό και φανταχτερό τρόπο,γυρολογώ

huddle[v][n]

συγκεντρώνομαι,μαζεύομαι • γρήγορη ιδιωτική συνδιάλεξη,σύντομη ιδιωτική σύσκεψη

huddle up[v]

μαζεύομαι,συγκεντρώνομαι

hudson river school[n]

Σχολή του ποταμού Χάντσον,Κίνημα του ποταμού Χάντσον

hue[n][v]

απόχρωση,χροιά • χρωματίζω,βάφω

hue and cry[phrase]

δημόσια κατακραυγή

huevos rancheros[n]

huevos rancheros,αυγά ράντσο

huff[n][v]

ενόχληση,εκνευρισμός • φυσώ δυνατά και δυνατά,αναπνέω δυνατά

huffy[adj]

πικραμένος,εξοργισμένος

hug[v][n]

αγκαλιάζω,σφίγγω • αγκαλιά,σφίξιμο

hug it out[phrase]
huge[adj]

τεράστιος,γιγαντιαίος

hugely[adv]

τεράστια,απέραντα

hugger-mugger[n][adv][adj]

ακαταστασία,σύγχυση • κρυφά,στα κρυφά • μυστικός,κρυφός

huipil[n]

χουιπίλ,παραδοσιακό κεντημένο μπλούζα

hula[n]

χούλα,χορός χούλα

hula hoop[n]

Χούλα Χουπ,δαχτυλίδι χούλα χουπ

hula-hoop[n]

χούλα χουπ,πλαστικό δαχτυλίδι

hulatang[n]

χουλατάνγκ,σούπα χουλατάνγκ

huli[adj]

χούλι (σχετικό με μια ιθαγενή ομάδα από την Παπούα Νέα Γουινέα, γνωστή για τις περίτεχνες περούκες και τα πολύχρωμα παραδοσιακά ρούχα τους)

hulk[n][v]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή