Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
how-to
01
οδηγός πρακτικών, βήμα προς βήμα
giving thorough instructions on a particular matter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most how-to
συγκριτικός βαθμός
more how-to
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She followed a how-to guide to assemble the furniture, which provided thorough instructions and illustrations.
Ακολούθησε έναν βήμα προς βήμα οδηγό για τη συναρμολόγηση των επίπλων, ο οποίος παρείχε λεπτομερείς οδηγίες και εικονογραφήσεις.



























