howl
howl
haʊl
hawl
jowlyowlfoulcowl

Ορισμός και σημασία του "howl"στα αγγλικά

01

ουρλιαχτό, θρήνος

the long plaintive cry of a hound or a wolf 
howl definition and meaning
02

ουρλιαχτό, κραυγή

a long loud emotional utterance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
howls
03

ουρλιαχτό, κραυγή

a loud sustained noise resembling the cry of a hound 
to howl
01

ουρλιάζω, αλαλάζω

(of an animal such as a dog or wolf) to make a loud and prolonged sound or cry 
Intransitive
to howl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
howl
γ΄ ενικό πρόσωπο
howls
ενεστώτα μετοχή
howling
απλός αόριστος
howled
παθητική μετοχή
howled
Παραδείγματα
The wolf howled at the moon, creating an eerie and haunting sound. 

Ο λύκος ουρλιάζει στο φεγγάρι, δημιουργώντας ένα περίεργο και στοιχειωμένο ήχο.

02

ουρλιάζω, γελώ δυνατά και ασταμάτητα

to laugh loudly and without restraint 
Intransitive
Παραδείγματα
The comedian's jokes made the entire audience howl with laughter. 

Τα αστεία του κωμικού έκαναν όλο το κοινό να ουρλιάζει από τα γέλια.

03

ουρλιάζω, βρυχώμαι

to produce a loud, prolonged sound reminiscent of a cry 
Intransitive
Παραδείγματα
The wind began to howl as the storm approached the coastline. 

Ο άνεμος άρχισε να ουρλιάζει καθώς η καταιγίδα πλησίαζε την ακτή.

04

ουρλιάζω, κραυγάζω

to make a loud, unrestrained vocalization, often driven by intense emotion 
Intransitive
Παραδείγματα
She began to howl in grief when she heard the tragic news. 

Άρχισε να ουρλιάζει από θλίψη όταν άκουσε την τραγική είδηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store