Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hula-hoop
01
χούλα χουπ, πλαστικό δαχτυλίδι
a plastic ring that can be swung around one’s middle section of body by moving their hips
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hula-hoops
Παραδείγματα
She practiced with her hula-hoop every day to get better at keeping it spinning.
Εξασκούνταν με το hula-hoop της κάθε μέρα για να γίνει καλύτερη στο να το κρατά σε περιστροφή.



























