wohl
Pronunciation
/voːl/

Ορισμός και σημασία του "wohl"στα γερμανικά

01

καλά, άνετα

In guter körperlicher oder geistiger Verfassung
wohl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er ist nicht ganz wohl.
Δεν είναι εντελώς καλά.
Das Wohl
[gender: neuter]
01

ευημερία

Das körperliche oder seelische Wohlergehen
das Wohl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wohl(e)s
Παραδείγματα
Zuviel Arbeit schadet dem seelischen Wohl.
Η υπερβολική εργασία βλάπτει την ψυχική ευημερία.
01

πιθανώς

Vermutung oder unsichere Annahme
wohl definition and meaning
Παραδείγματα
Das Essen ist wohl schon fertig.
Το φαγητό είναι πιθανότατα ήδη έτοιμο.
02

μάλλον

Sicherheit oder Bestätigung, oft in rhetorischen Fragen
Παραδείγματα
Sie hat wohl keine andere Wahl.
Δεν έχει σίγουρα άλλη επιλογή.
03

καλά, αναμφίβολα

Zustimmung mit ironischem Unterton
Παραδείγματα
Wohl bekomm's!
Wohl bekomm's!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store