wohl
wohl
vo:l
vol

Ορισμός και σημασία του "wohl"στα γερμανικά

01

καλά, άνετα

In guter körperlicher oder geistiger Verfassung 
wohl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich fühle mich wohl. 

Αισθάνομαι καλά.

01

ευημερία

Das körperliche oder seelische Wohlergehen 
das Wohl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wohl(e)s
Παραδείγματα
Das Wohl der Kinder steht an erster Stelle. 

Η ευημερία των παιδιών είναι η πρώτη προτεραιότητα.

01

πιθανώς

Vermutung oder unsichere Annahme 
wohl definition and meaning
Παραδείγματα
Er ist wohl schon gegangen. 

Αυτός πιθανότατα έχει ήδη φύγει.

02

μάλλον

Sicherheit oder Bestätigung, oft in rhetorischen Fragen 
Παραδείγματα
Das weißt du wohl selbst, oder? 

Εσύ μάλλον το ξέρεις μόνος σου, σωστά;

03

καλά, αναμφίβολα

Zustimmung mit ironischem Unterton 
Παραδείγματα
Das ist wohl dein Ernst? 

Είναι αυτή πραγματικά η ιδέα σου για το καλό;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store