Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wohlfühlen
01
αισθάνομαι καλά, αισθάνομαι άνετα
Sich in einer Umgebung oder Situation angenehm und entspannt fühlen
Παραδείγματα
Wir möchten, dass sich unsere Gäste bei uns wohlfühlen.
Θέλουμε οι επισκέπτες μας να αισθάνονται άνετα μαζί μας.


























