wohlfühlen
Pronunciation
/ˈvoːlˌfyːlən/

Ορισμός και σημασία του "wohlfühlen"στα γερμανικά

wohlfühlen
01

αισθάνομαι καλά, αισθάνομαι άνετα

Sich in einer Umgebung oder Situation angenehm und entspannt fühlen
wohlfühlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
wohl
βασικό ρήμα
fühlen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fühle mich wohl
γ΄ ενικό πρόσωπο
fühlt sich wohl
ενεστώτα μετοχή
sich wohlfühlend
απλός αόριστος
fühlte wohl
παθητική μετοχή
wohlgefühlt
Παραδείγματα
Wir möchten, dass sich unsere Gäste bei uns wohlfühlen.
Θέλουμε οι επισκέπτες μας να αισθάνονται άνετα μαζί μας.

Λεξικό Δέντρο

wohlfühlen

wohl

+

fühlen

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store