wohnen
woh
ˈvo:
vo
nen
nən
nēn

Ορισμός και σημασία του "wohnen"στα γερμανικά

wohnen
01

κατοικώ, ζω

An einem Ort leben 
wohnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wohne
γ΄ ενικό πρόσωπο
wohnt
ενεστώτα μετοχή
wohnend
απλός αόριστος
wohnte
παθητική μετοχή
gewohnt
Παραδείγματα
Ich wohne in Berlin. 

Ζω στο Βερολίνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store