wohnen
Pronunciation
/ˈvoːnən/

Ορισμός και σημασία του "wohnen"στα γερμανικά

wohnen
01

κατοικώ, ζω

An einem Ort leben
wohnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wohne
γ΄ ενικό πρόσωπο
wohnt
ενεστώτα μετοχή
wohnend
απλός αόριστος
wohnte
παθητική μετοχή
gewohnt
Παραδείγματα
Sie wohnt allein.
Αυτή ζει μόνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store